グダグダ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κουραστικά, επίμονα, επαναλαμβανόμενα, εκτενώς
- 02 ονοματοποιία τεμπέλικα, νωχελικά, απρόσεκτα, αργόσυρτα
- 03 ονοματοποιία (για βράσιμο) μέχρι να λιώσει, μέχρι να πολτοποιηθεί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- グダグダする
- Παρόν (ευγενικό)
- グダグダします
- Άρνηση (απλή)
- グダグダしない
- Άρνηση (ευγενική)
- グダグダしません
- Παρελθόν (απλό)
- グダグダした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- グダグダしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- グダグダしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- グダグダしませんでした
- Τε-μορφή
- グダグダして
- Δυνητική
- グダグダできる
- Προστακτική
- グダグダしろ
- Βουλητική
- グダグダしよう
- Υποθετική (ば)
- グダグダすれば
- Υποθετική (たら)
- グダグダしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- グダグダしたい
- Απαγορευτική (~な)
- グダグダするな
- Προστακτική (ευγενική)
- グダグダしなさい
- Παθητική
- グダグダされる
- Αιτιατική
- グダグダさせる