グラグラ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κουνιστά, τρεκλιστά, κλονιζόμενα, ασταθή, αστάθμητα
- 02 ονοματοποιία αναποφάσιστα, διστακτικά (π.χ. σε μια απόφαση), αμφιταλαντευόμενα
- 03 ονοματοποιία βρασμένα (με ένταση)
- 04 ονοματοποιία ζαλισμένα, ιλιγγιωδώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- グラグラする
- Παρόν (ευγενικό)
- グラグラします
- Άρνηση (απλή)
- グラグラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- グラグラしません
- Παρελθόν (απλό)
- グラグラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- グラグラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- グラグラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- グラグラしませんでした
- Τε-μορφή
- グラグラして
- Δυνητική
- グラグラできる
- Προστακτική
- グラグラしろ
- Βουλητική
- グラグラしよう
- Υποθετική (ば)
- グラグラすれば
- Υποθετική (たら)
- グラグラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- グラグラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- グラグラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- グラグラしなさい
- Παθητική
- グラグラされる
- Αιτιατική
- グラグラさせる