ケチ臭くさい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιγκούνικος, κακότροπος, σφιχτοχέρης, φτηνιάρικος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα στενόμυαλος, μικρόψυχος, κακεντρεχής
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αθλιος, φτωχικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ケチ臭い
Παρόν (ευγενικό)
ケチ臭いです
Άρνηση (απλή)
ケチ臭くない
Άρνηση (ευγενική)
ケチ臭くないです
Παρελθόν (απλό)
ケチ臭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
ケチ臭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ケチ臭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ケチ臭くなかったです
Τε-μορφή
ケチ臭くて
Υποθετική (ば)
ケチ臭ければ