ケバい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη φανταχτερός, υπερβολικός (ειδικά για μακιγιάζ ή ρούχα), κραυγαλέος, επιδεικτικός, προκλητικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ケバい
Παρόν (ευγενικό)
ケバいです
Άρνηση (απλή)
ケバくない
Άρνηση (ευγενική)
ケバくないです
Παρελθόν (απλό)
ケバかった
Παρελθόν (ευγενικό)
ケバかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ケバくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ケバくなかったです
Τε-μορφή
ケバくて
Υποθετική (ば)
ケバければ