ケリが付く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιωματισμός διευθετώμαι, λήγω, ολοκληρώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ケリが付く
- Παρόν (ευγενικό)
- ケリが付きます
- Άρνηση (απλή)
- ケリが付かない
- Άρνηση (ευγενική)
- ケリが付きません
- Παρελθόν (απλό)
- ケリが付いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ケリが付きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ケリが付かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ケリが付きませんでした
- Τε-μορφή
- ケリが付いて
- Δυνητική
- ケリが付ける
- Προστακτική
- ケリが付け
- Βουλητική
- ケリが付こう
- Υποθετική (ば)
- ケリが付けば
- Υποθετική (たら)
- ケリが付いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ケリが付きたい
- Απαγορευτική (~な)
- ケリが付くな
- Προστακτική (ευγενική)
- ケリが付きなさい
- Παθητική
- ケリが付かれる
- Αιτιατική
- ケリが付かせる