ケロケロ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κοαασμός (του βατράχου), κράα κράα
- 02 καθομιλουμένη ονοματοποιία με ρομποτική χροιά από εφέ αυτόματης διόρθωσης τόνου (φωνητικά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ケロケロする
- Παρόν (ευγενικό)
- ケロケロします
- Άρνηση (απλή)
- ケロケロしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ケロケロしません
- Παρελθόν (απλό)
- ケロケロした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ケロケロしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ケロケロしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ケロケロしませんでした
- Τε-μορφή
- ケロケロして
- Δυνητική
- ケロケロできる
- Προστακτική
- ケロケロしろ
- Βουλητική
- ケロケロしよう
- Υποθετική (ば)
- ケロケロすれば
- Υποθετική (たら)
- ケロケロしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ケロケロしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ケロケロするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ケロケロしなさい
- Παθητική
- ケロケロされる
- Αιτιατική
- ケロケロさせる