ゲロる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό κάνω εμετό, ξερνώ
  2. 02 αργκό αποκαλύπτω, ομολογώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゲロる
Παρόν (ευγενικό)
ゲロります
Άρνηση (απλή)
ゲロらない
Άρνηση (ευγενική)
ゲロりません
Παρελθόν (απλό)
ゲロった
Παρελθόν (ευγενικό)
ゲロりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゲロらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゲロりませんでした
Τε-μορφή
ゲロって
Δυνητική
ゲロれる
Προστακτική
ゲロれ
Βουλητική
ゲロろう
Υποθετική (ば)
ゲロれば