ゲロ
ουσιαστικό, ρήμα, πρόθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη εμετός, ξερά, αναγούλα
- 02 καθομιλουμένη ομολογία
- 03 καθομιλουμένη πρόθημα εξαιρετικά, πολύ, πάρα πολύ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ゲロする
- Παρόν (ευγενικό)
- ゲロします
- Άρνηση (απλή)
- ゲロしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ゲロしません
- Παρελθόν (απλό)
- ゲロした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ゲロしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ゲロしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ゲロしませんでした
- Τε-μορφή
- ゲロして
- Δυνητική
- ゲロできる
- Προστακτική
- ゲロしろ
- Βουλητική
- ゲロしよう
- Υποθετική (ば)
- ゲロすれば
- Υποθετική (たら)
- ゲロしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ゲロしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ゲロするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ゲロしなさい
- Παθητική
- ゲロされる
- Αιτιατική
- ゲロさせる