ゲーム化か

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκευή ταινίας, κόμικ κ.λπ. σε ηλεκτρονικό παιχνίδι
  2. 02 παιχνιδοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゲーム化する
Παρόν (ευγενικό)
ゲーム化します
Άρνηση (απλή)
ゲーム化しない
Άρνηση (ευγενική)
ゲーム化しません
Παρελθόν (απλό)
ゲーム化した
Παρελθόν (ευγενικό)
ゲーム化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゲーム化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゲーム化しませんでした
Τε-μορφή
ゲーム化して
Δυνητική
ゲーム化できる
Προστακτική
ゲーム化しろ
Βουλητική
ゲーム化しよう
Υποθετική (ば)
ゲーム化すれば