コスる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό κάνω cosplay, μεταμφιέζομαι σε χαρακτήρα (από anime, manga κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コスる
- Παρόν (ευγενικό)
- コスります
- Άρνηση (απλή)
- コスらない
- Άρνηση (ευγενική)
- コスりません
- Παρελθόν (απλό)
- コスった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コスりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コスらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コスりませんでした
- Τε-μορφή
- コスって
- Δυνητική
- コスれる
- Προστακτική
- コスれ
- Βουλητική
- コスろう
- Υποθετική (ば)
- コスれば
- Υποθετική (たら)
- コスったら
- Επιθυμητική (~たい)
- コスりたい
- Απαγορευτική (~な)
- コスるな
- Προστακτική (ευγενική)
- コスりなさい
- Παθητική
- コスられる
- Αιτιατική
- コスらせる