コスる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό κάνω cosplay, μεταμφιέζομαι σε χαρακτήρα (από anime, manga κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
コスる
Παρόν (ευγενικό)
コスります
Άρνηση (απλή)
コスらない
Άρνηση (ευγενική)
コスりません
Παρελθόν (απλό)
コスった
Παρελθόν (ευγενικό)
コスりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
コスらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
コスりませんでした
Τε-μορφή
コスって
Δυνητική
コスれる
Προστακτική
コスれ
Βουλητική
コスろう
Υποθετική (ば)
コスれば