コテコテ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία παχύρρευστα, βαριά, αφειδώς, υπερβολικά, φανταχτερά
- 02 ονοματοποιία ως το μεδούλι, ολοκληρωτικά, γνήσιος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コテコテする
- Παρόν (ευγενικό)
- コテコテします
- Άρνηση (απλή)
- コテコテしない
- Άρνηση (ευγενική)
- コテコテしません
- Παρελθόν (απλό)
- コテコテした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コテコテしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コテコテしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コテコテしませんでした
- Τε-μορφή
- コテコテして
- Δυνητική
- コテコテできる
- Προστακτική
- コテコテしろ
- Βουλητική
- コテコテしよう
- Υποθετική (ば)
- コテコテすれば
- Υποθετική (たら)
- コテコテしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- コテコテしたい
- Απαγορευτική (~な)
- コテコテするな
- Προστακτική (ευγενική)
- コテコテしなさい
- Παθητική
- コテコテされる
- Αιτιατική
- コテコテさせる