コピる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη αντιγράφω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コピる
- Παρόν (ευγενικό)
- コピります
- Άρνηση (απλή)
- コピらない
- Άρνηση (ευγενική)
- コピりません
- Παρελθόν (απλό)
- コピった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コピりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コピらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コピりませんでした
- Τε-μορφή
- コピって
- Δυνητική
- コピれる
- Προστακτική
- コピれ
- Βουλητική
- コピろう
- Υποθετική (ば)
- コピれば
- Υποθετική (たら)
- コピったら
- Επιθυμητική (~たい)
- コピりたい
- Απαγορευτική (~な)
- コピるな
- Προστακτική (ευγενική)
- コピりなさい
- Παθητική
- コピられる
- Αιτιατική
- コピらせる