コピペ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία αντιγραφή και επικόλληση
  2. 02 διαδικτυακή αργκό κοπιπάστα (κείμενο που αντιγράφεται και επικολλάται επανειλημμένα στο διαδίκτυο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
コピペする
Παρόν (ευγενικό)
コピペします
Άρνηση (απλή)
コピペしない
Άρνηση (ευγενική)
コピペしません
Παρελθόν (απλό)
コピペした
Παρελθόν (ευγενικό)
コピペしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
コピペしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
コピペしませんでした
Τε-μορφή
コピペして
Δυνητική
コピペできる
Προστακτική
コピペしろ
Βουλητική
コピペしよう
Υποθετική (ば)
コピペすれば