コミック

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόμικ, περιοδικό κόμικ, μάνγκα
  2. 02 συντομογραφία κωμική όπερα
  3. 03 κωμικός, αστείος