コリコリ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραγανός (όπως ένα αγγουράκι τουρσί)
- 02 ονοματοποιία σφιχτός (για μυϊκό σύστημα)
- 03 ονοματοποιία πιασμένος (για ώμους, αυχένα κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コリコリする
- Παρόν (ευγενικό)
- コリコリします
- Άρνηση (απλή)
- コリコリしない
- Άρνηση (ευγενική)
- コリコリしません
- Παρελθόν (απλό)
- コリコリした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コリコリしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コリコリしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コリコリしませんでした
- Τε-μορφή
- コリコリして
- Δυνητική
- コリコリできる
- Προστακτική
- コリコリしろ
- Βουλητική
- コリコリしよう
- Υποθετική (ば)
- コリコリすれば
- Υποθετική (たら)
- コリコリしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- コリコリしたい
- Απαγορευτική (~な)
- コリコリするな
- Προστακτική (ευγενική)
- コリコリしなさい
- Παθητική
- コリコリされる
- Αιτιατική
- コリコリさせる