コレクション

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογή (έργων τέχνης, γραμματοσήμων κ.λπ.), συλλεκτική δραστηριότητα
  2. 02 συλλογή (π.χ. σειρά καινούργιων ρούχων), επίδειξη μόδας

Κλίση

Παρόν (απλό)
コレクションする
Παρόν (ευγενικό)
コレクションします
Άρνηση (απλή)
コレクションしない
Άρνηση (ευγενική)
コレクションしません
Παρελθόν (απλό)
コレクションした
Παρελθόν (ευγενικό)
コレクションしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
コレクションしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
コレクションしませんでした
Τε-μορφή
コレクションして
Δυνητική
コレクションできる
Προστακτική
コレクションしろ
Βουλητική
コレクションしよう
Υποθετική (ば)
コレクションすれば