コレクト
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συλλέγω, συγκεντρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コレクトする
- Παρόν (ευγενικό)
- コレクトします
- Άρνηση (απλή)
- コレクトしない
- Άρνηση (ευγενική)
- コレクトしません
- Παρελθόν (απλό)
- コレクトした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コレクトしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コレクトしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コレクトしませんでした
- Τε-μορφή
- コレクトして
- Δυνητική
- コレクトできる
- Προστακτική
- コレクトしろ
- Βουλητική
- コレクトしよう
- Υποθετική (ば)
- コレクトすれば
- Υποθετική (たら)
- コレクトしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- コレクトしたい
- Απαγορευτική (~な)
- コレクトするな
- Προστακτική (ευγενική)
- コレクトしなさい
- Παθητική
- コレクトされる
- Αιτιατική
- コレクトさせる