コロコロ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: コロコロ
- 01 ονοματοποιία κυλιόμενος, καθώς κυλάει επανειλημμένα
- 02 ονοματοποιία με καθαρό, κουδουνιστό ήχο (π.χ. καμπάνας), γελώντας με φωτεινό, υψηλό τόνο, εύθυμα
- 03 ονοματοποιία μεταβαλλόμενος συχνά (για απόψεις, θέματα συζήτησης κ.λπ.), συνεχώς, συχνά, πάντα
- 04 ονοματοποιία χάνοντας πολύ εύκολα, ηττώμενος το ένα μετά το άλλο, σε γρήγορη διαδοχή
- 05 ονοματοποιία στρουμπουλός (και χαριτωμένος), παχουλός, στρογγυλός
- 06 ονοματοποιία τσιρίζοντας (για έντομα)
- 07 ονοματοποιία κοάζοντας (για βάτραχο), κρά-κρά
- 08 ρολό, ρολό καθαρισμού για χνούδια, ρολό βαψίματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コロコロする
- Παρόν (ευγενικό)
- コロコロします
- Άρνηση (απλή)
- コロコロしない
- Άρνηση (ευγενική)
- コロコロしません
- Παρελθόν (απλό)
- コロコロした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コロコロしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コロコロしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コロコロしませんでした
- Τε-μορφή
- コロコロして
- Δυνητική
- コロコロできる
- Προστακτική
- コロコロしろ
- Βουλητική
- コロコロしよう
- Υποθετική (ば)
- コロコロすれば
- Υποθετική (たら)
- コロコロしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- コロコロしたい
- Απαγορευτική (~な)
- コロコロするな
- Προστακτική (ευγενική)
- コロコロしなさい
- Παθητική
- コロコロされる
- Αιτιατική
- コロコロさせる