コンプ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: コンプ
- 01 συντομογραφία καθομιλουμένη ολοκλήρωση (συλλογής, βιντεοπαιχνιδιού κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- コンプする
- Παρόν (ευγενικό)
- コンプします
- Άρνηση (απλή)
- コンプしない
- Άρνηση (ευγενική)
- コンプしません
- Παρελθόν (απλό)
- コンプした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- コンプしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- コンプしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- コンプしませんでした
- Τε-μορφή
- コンプして
- Δυνητική
- コンプできる
- Προστακτική
- コンプしろ
- Βουλητική
- コンプしよう
- Υποθετική (ば)
- コンプすれば
- Υποθετική (たら)
- コンプしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- コンプしたい
- Απαγορευτική (~な)
- コンプするな
- Προστακτική (ευγενική)
- コンプしなさい
- Παθητική
- コンプされる
- Αιτιατική
- コンプさせる