コーディネート

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντονίζω, συντονισμός
  2. 02 συνδυασμός (π.χ. ρούχα, αξεσουάρ, έπιπλα, χρώματα)
  3. 03 συνδυασμένο σύνολο (ρούχα και αξεσουάρ), σύνολο
  4. 04 συνδυαστικά είδη (αντικείμενα ρουχισμού, επίπλα κ.λπ. που έχουν σχεδιαστεί για να χρησιμοποιούνται μαζί)

Κλίση

Παρόν (απλό)
コーディネートする
Παρόν (ευγενικό)
コーディネートします
Άρνηση (απλή)
コーディネートしない
Άρνηση (ευγενική)
コーディネートしません
Παρελθόν (απλό)
コーディネートした
Παρελθόν (ευγενικό)
コーディネートしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
コーディネートしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
コーディネートしませんでした
Τε-μορφή
コーディネートして
Δυνητική
コーディネートできる
Προστακτική
コーディネートしろ
Βουλητική
コーディネートしよう
Υποθετική (ば)
コーディネートすれば