コーディング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προγραμματισμός, κωδικοποίηση
  2. 02 κωδικοποίηση (δηλαδή ανάθεση ενός κωδικού σε κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
コーディングする
Παρόν (ευγενικό)
コーディングします
Άρνηση (απλή)
コーディングしない
Άρνηση (ευγενική)
コーディングしません
Παρελθόν (απλό)
コーディングした
Παρελθόν (ευγενικό)
コーディングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
コーディングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
コーディングしませんでした
Τε-μορφή
コーディングして
Δυνητική
コーディングできる
Προστακτική
コーディングしろ
Βουλητική
コーディングしよう
Υποθετική (ば)
コーディングすれば