ゴタゴタ

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία προβλήματα, δυσκολίες, διαμάχη, καυγάς, διχόνοια, διένεξη
  2. 02 ονοματοποιία σύγχυση, αταξία, χάος, μπέρδεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゴタゴタする
Παρόν (ευγενικό)
ゴタゴタします
Άρνηση (απλή)
ゴタゴタしない
Άρνηση (ευγενική)
ゴタゴタしません
Παρελθόν (απλό)
ゴタゴタした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゴタゴタしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゴタゴタしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゴタゴタしませんでした
Τε-μορφή
ゴタゴタして
Δυνητική
ゴタゴタできる
Προστακτική
ゴタゴタしろ
Βουλητική
ゴタゴタしよう
Υποθετική (ば)
ゴタゴタすれば