ゴツゴツ
ρήμα, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραχύς, σκελετωμένος, γωνιώδης, ροζιασμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ゴツゴツする
- Παρόν (ευγενικό)
- ゴツゴツします
- Άρνηση (απλή)
- ゴツゴツしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ゴツゴツしません
- Παρελθόν (απλό)
- ゴツゴツした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ゴツゴツしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ゴツゴツしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ゴツゴツしませんでした
- Τε-μορφή
- ゴツゴツして
- Δυνητική
- ゴツゴツできる
- Προστακτική
- ゴツゴツしろ
- Βουλητική
- ゴツゴツしよう
- Υποθετική (ば)
- ゴツゴツすれば
- Υποθετική (たら)
- ゴツゴツしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ゴツゴツしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ゴツゴツするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ゴツゴツしなさい
- Παθητική
- ゴツゴツされる
- Αιτιατική
- ゴツゴツさせる