ゴリゴリ

επίρρημα, ρήμα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με έναν τριζάτο ήχο, με έναν ήχο ξυσίματος, με έναν ήχο γδαρσίματος
  2. 02 ονοματοποιία με δύναμη, σκληρά, έντονα
  3. 03 ονοματοποιία βίαια (διεκπεραιώνω), με επιβολή, με πιεστικό τρόπο
  4. 04 ονοματοποιία σκληρός (π.χ. τρόφιμα), δύσκαμπτος (π.χ. ρούχα)
  5. 05 ονοματοποιία άκαμπτος, αδιάλλακτος, αθεράπευτος
  6. 06 ονοματοποιία καθομιλουμένη σκληροπυρηνικός, σοβαρός, αυθεντικός, ειλικρινής, αληθινός, πραγματικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゴリゴリする
Παρόν (ευγενικό)
ゴリゴリします
Άρνηση (απλή)
ゴリゴリしない
Άρνηση (ευγενική)
ゴリゴリしません
Παρελθόν (απλό)
ゴリゴリした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゴリゴリしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゴリゴリしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゴリゴリしませんでした
Τε-μορφή
ゴリゴリして
Δυνητική
ゴリゴリできる
Προστακτική
ゴリゴリしろ
Βουλητική
ゴリゴリしよう
Υποθετική (ば)
ゴリゴリすれば