ゴロゴロ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία βροντή (κεραυνού, στομάχου κ.λπ.), γουργουρητό, γρύλισμα, αναρρυχητικό γουργουρητό
  2. 02 ονοματοποιία κύλιση (κάποιου μεγάλου και βαριού αντικειμένου), ανατροπή
  3. 03 ονοματοποιία παντού, ολούθε, κοινώς, σε μεγάλους αριθμούς
  4. 04 ονοματοποιία απράγμονα, τεμπέλικα, νωχελικά
  5. 05 ονοματοποιία (δυσάρεστο αίσθημα) ξένου σώματος στο μάτι, το στομάχι κ.λπ.
  6. 06 παιδικό ονοματοποιία βροντή

Παραδείγματα

  • かみなりゴロゴロっています。

    Οι κεραυνοί βροντούν.

  • やすみのいえゴロゴロしてすごしました。

    Την ημέρα της άδειας μου, την πέρασα τεμπελιάζοντας στο σπίτι.

  • 長年ながねん研究けんきゅうで、かれ部屋へやには関連かんれん書籍しょせきゴロゴロころがっています。

    Λόγω της μακροχρόνιας έρευνάς του, στο δωμάτιό του υπάρχουν πολλά βιβλία σχετικά με το θέμα, παντού σκορπισμένα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゴロゴロする
Παρόν (ευγενικό)
ゴロゴロします
Άρνηση (απλή)
ゴロゴロしない
Άρνηση (ευγενική)
ゴロゴロしません
Παρελθόν (απλό)
ゴロゴロした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゴロゴロしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゴロゴロしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゴロゴロしませんでした
Τε-μορφή
ゴロゴロして
Δυνητική
ゴロゴロできる
Προστακτική
ゴロゴロしろ
Βουλητική
ゴロゴロしよう
Υποθετική (ば)
ゴロゴロすれば