サイト

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: サイト

  1. 01 προθεσμία που επιτρέπεται για την πληρωμή συναλλάγματος, νομιμότοκη προθεσμία

Παραδείγματα

  • この手形てがたサイトです。

    Αυτή η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει.

  • 信用状しんようじょう決済けっさいサイトおこなわれます。

    Η πληρωμή της πιστωτικής επιστολής γίνεται επί τη εμφανίσει.

  • 銀行ぎんこう輸出業者ゆしゅつぎょうしゃたいし、信用状しんようじょうもとづく支払しはらいをサイト保証ほしょうしました。

    Η τράπεζα εγγυήθηκε στον εξαγωγέα την πληρωμή βάσει της πιστωτικής επιστολής επί τη εμφανίσει.