サクサク

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τραγανός, εύθρυπτος
  2. 02 ονοματοποιία τραγανός ήχος (όπως το περπάτημα πάνω σε χιόνι, πάγο, άμμο κ.λπ.)
  3. 03 ονοματοποιία επιδέξιος και αποτελεσματικός, γρήγορος, που εξελίσσεται ομαλά
  4. 04 ονοματοποιία αρχαϊκό ήχος ρευστού που εκχέεται
  5. 05 ονοματοποιία αρχαϊκό καθαρή και ευκρινής ομιλία

Κλίση

Παρόν (απλό)
サクサクする
Παρόν (ευγενικό)
サクサクします
Άρνηση (απλή)
サクサクしない
Άρνηση (ευγενική)
サクサクしません
Παρελθόν (απλό)
サクサクした
Παρελθόν (ευγενικό)
サクサクしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
サクサクしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
サクサクしませんでした
Τε-μορφή
サクサクして
Δυνητική
サクサクできる
Προστακτική
サクサクしろ
Βουλητική
サクサクしよう
Υποθετική (ば)
サクサクすれば