サバサバ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ανακουφισμένος, ανανεωμένος
  2. 02 ονοματοποιία ειλικρινής, ευθύς, χαλαρός, άνετος

Κλίση

Παρόν (απλό)
サバサバする
Παρόν (ευγενικό)
サバサバします
Άρνηση (απλή)
サバサバしない
Άρνηση (ευγενική)
サバサバしません
Παρελθόν (απλό)
サバサバした
Παρελθόν (ευγενικό)
サバサバしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
サバサバしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
サバサバしませんでした
Τε-μορφή
サバサバして
Δυνητική
サバサバできる
Προστακτική
サバサバしろ
Βουλητική
サバサバしよう
Υποθετική (ば)
サバサバすれば