サボタージュ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απεργία επιβράδυνσης, σαμποτάζ (με σκοπό τη μείωση της παραγωγικότητας)
  2. 02 τεμπελιά, χαλαρότητα, κοπάνα (από το σχολείο ή την εργασία), απουσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
サボタージュする
Παρόν (ευγενικό)
サボタージュします
Άρνηση (απλή)
サボタージュしない
Άρνηση (ευγενική)
サボタージュしません
Παρελθόν (απλό)
サボタージュした
Παρελθόν (ευγενικό)
サボタージュしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
サボタージュしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
サボタージュしませんでした
Τε-μορφή
サボタージュして
Δυνητική
サボタージュできる
Προστακτική
サボタージュしろ
Βουλητική
サボタージュしよう
Υποθετική (ば)
サボタージュすれば