サンプリング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δειγματοληψία, λήψη δείγματος
  2. 02 δειγματοληψία
  3. 03 διανομή δωρεάν δειγμάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
サンプリングする
Παρόν (ευγενικό)
サンプリングします
Άρνηση (απλή)
サンプリングしない
Άρνηση (ευγενική)
サンプリングしません
Παρελθόν (απλό)
サンプリングした
Παρελθόν (ευγενικό)
サンプリングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
サンプリングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
サンプリングしませんでした
Τε-μορφή
サンプリングして
Δυνητική
サンプリングできる
Προστακτική
サンプリングしろ
Βουλητική
サンプリングしよう
Υποθετική (ば)
サンプリングすれば