ザラザラ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τραχύς (στην αφή, στη φωνή κ.λπ.), αδρός, αμμώδης, κοκκώδης
  2. 02 ονοματοποιία κροταλιστός (ο ήχος από φασόλια, χάντρες κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ザラザラする
Παρόν (ευγενικό)
ザラザラします
Άρνηση (απλή)
ザラザラしない
Άρνηση (ευγενική)
ザラザラしません
Παρελθόν (απλό)
ザラザラした
Παρελθόν (ευγενικό)
ザラザラしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ザラザラしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ザラザラしませんでした
Τε-μορφή
ザラザラして
Δυνητική
ザラザラできる
Προστακτική
ザラザラしろ
Βουλητική
ザラザラしよう
Υποθετική (ば)
ザラザラすれば