ザラザラ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραχύς (στην αφή, στη φωνή κ.λπ.), αδρός, αμμώδης, κοκκώδης
- 02 ονοματοποιία κροταλιστός (ο ήχος από φασόλια, χάντρες κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ザラザラする
- Παρόν (ευγενικό)
- ザラザラします
- Άρνηση (απλή)
- ザラザラしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ザラザラしません
- Παρελθόν (απλό)
- ザラザラした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ザラザラしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ザラザラしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ザラザラしませんでした
- Τε-μορφή
- ザラザラして
- Δυνητική
- ザラザラできる
- Προστακτική
- ザラザラしろ
- Βουλητική
- ザラザラしよう
- Υποθετική (ば)
- ザラザラすれば
- Υποθετική (たら)
- ザラザラしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ザラザラしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ザラザラするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ザラザラしなさい
- Παθητική
- ザラザラされる
- Αιτιατική
- ザラザラさせる