シコシコ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μασητέος, ελαστικός, αλ ντέντε
  2. 02 ονοματοποιία σταθερά (αργά και), υπομονετικά
  3. 03 ονοματοποιία καθομιλουμένη αυνανισμός, αυνανίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
シコシコする
Παρόν (ευγενικό)
シコシコします
Άρνηση (απλή)
シコシコしない
Άρνηση (ευγενική)
シコシコしません
Παρελθόν (απλό)
シコシコした
Παρελθόν (ευγενικό)
シコシコしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
シコシコしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
シコシコしませんでした
Τε-μορφή
シコシコして
Δυνητική
シコシコできる
Προστακτική
シコシコしろ
Βουλητική
シコシコしよう
Υποθετική (ば)
シコシコすれば