シャキッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραγανιστά, με έναν κριτσανιστό ήχο
- 02 ονοματοποιία αναζωογονητικά, κοφτά, εγρήγορα, (καθιστός) ίσια
- 03 ονοματοποιία ειλικρινά, ευθέως
- 04 ονοματοποιία κομψά, έξυπνα, οξέως
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- シャキッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- シャキッとします
- Άρνηση (απλή)
- シャキッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- シャキッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- シャキッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- シャキッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- シャキッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- シャキッとしませんでした
- Τε-μορφή
- シャキッとして
- Δυνητική
- シャキッとできる
- Προστακτική
- シャキッとしろ
- Βουλητική
- シャキッとしよう
- Υποθετική (ば)
- シャキッとすれば
- Υποθετική (たら)
- シャキッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- シャキッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- シャキッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- シャキッとしなさい
- Παθητική
- シャキッとされる
- Αιτιατική
- シャキッとさせる