シャッフル

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακάτεμα (τραπουλόχαρτων κ.λπ.), αναδιάταξη (με τυχαία σειρά)
  2. 02 κούνημα (δοχείου για την ανάμειξη υλικών κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
シャッフルする
Παρόν (ευγενικό)
シャッフルします
Άρνηση (απλή)
シャッフルしない
Άρνηση (ευγενική)
シャッフルしません
Παρελθόν (απλό)
シャッフルした
Παρελθόν (ευγενικό)
シャッフルしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
シャッフルしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
シャッフルしませんでした
Τε-μορφή
シャッフルして
Δυνητική
シャッフルできる
Προστακτική
シャッフルしろ
Βουλητική
シャッフルしよう
Υποθετική (ば)
シャッフルすれば