シャッフル
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανακάτεμα (τραπουλόχαρτων κ.λπ.), αναδιάταξη (με τυχαία σειρά)
- 02 κούνημα (δοχείου για την ανάμειξη υλικών κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- シャッフルする
- Παρόν (ευγενικό)
- シャッフルします
- Άρνηση (απλή)
- シャッフルしない
- Άρνηση (ευγενική)
- シャッフルしません
- Παρελθόν (απλό)
- シャッフルした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- シャッフルしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- シャッフルしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- シャッフルしませんでした
- Τε-μορφή
- シャッフルして
- Δυνητική
- シャッフルできる
- Προστακτική
- シャッフルしろ
- Βουλητική
- シャッフルしよう
- Υποθετική (ば)
- シャッフルすれば
- Υποθετική (たら)
- シャッフルしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- シャッフルしたい
- Απαγορευτική (~な)
- シャッフルするな
- Προστακτική (ευγενική)
- シャッフルしなさい
- Παθητική
- シャッフルされる
- Αιτιατική
- シャッフルさせる