ジャムる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη μπλοκάρω (για εκτυπωτή, όπλο κ.λπ.)
  2. 02 καθομιλουμένη κολλάω, συμμετέχω σε αυτοσχεδιαστική μουσική συνάντηση (jam session)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ジャムる
Παρόν (ευγενικό)
ジャムります
Άρνηση (απλή)
ジャムらない
Άρνηση (ευγενική)
ジャムりません
Παρελθόν (απλό)
ジャムった
Παρελθόν (ευγενικό)
ジャムりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ジャムらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ジャムりませんでした
Τε-μορφή
ジャムって
Δυνητική
ジャムれる
Προστακτική
ジャムれ
Βουλητική
ジャムろう
Υποθετική (ば)
ジャムれば