ジンジン
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία μουδιάζω, τσούζω, πάλλω, βουίζω (στα αυτιά)
- 02 ονοματοποιία τζιτζιρίζω, τρίζω, κελαηδώ (για έντομα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ジンジンする
- Παρόν (ευγενικό)
- ジンジンします
- Άρνηση (απλή)
- ジンジンしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ジンジンしません
- Παρελθόν (απλό)
- ジンジンした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ジンジンしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ジンジンしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ジンジンしませんでした
- Τε-μορφή
- ジンジンして
- Δυνητική
- ジンジンできる
- Προστακτική
- ジンジンしろ
- Βουλητική
- ジンジンしよう
- Υποθετική (ば)
- ジンジンすれば
- Υποθετική (たら)
- ジンジンしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ジンジンしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ジンジンするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ジンジンしなさい
- Παθητική
- ジンジンされる
- Αιτιατική
- ジンジンさせる