スイッチを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απενεργοποιώ, κλείνω (ηλεκτρική συσκευή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
スイッチを切る
Παρόν (ευγενικό)
スイッチを切ります
Άρνηση (απλή)
スイッチを切らない
Άρνηση (ευγενική)
スイッチを切りません
Παρελθόν (απλό)
スイッチを切った
Παρελθόν (ευγενικό)
スイッチを切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スイッチを切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スイッチを切りませんでした
Τε-μορφή
スイッチを切って
Δυνητική
スイッチを切れる
Προστακτική
スイッチを切れ
Βουλητική
スイッチを切ろう
Υποθετική (ば)
スイッチを切れば