スカッと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αναζωογονητικά, με αίσθημα ανακούφισης, ευχάριστα, (σαν να φεύγει) βάρος από τους ώμους
  2. 02 ονοματοποιία (για ντύσιμο κ.λπ.) κομψά, έξυπνα, καλόγουστα, με εκλεπτυσμένο τρόπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
スカッとする
Παρόν (ευγενικό)
スカッとします
Άρνηση (απλή)
スカッとしない
Άρνηση (ευγενική)
スカッとしません
Παρελθόν (απλό)
スカッとした
Παρελθόν (ευγενικό)
スカッとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スカッとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スカッとしませんでした
Τε-μορφή
スカッとして
Δυνητική
スカッとできる
Προστακτική
スカッとしろ
Βουλητική
スカッとしよう
Υποθετική (ば)
スカッとすれば