スキップ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναπηδώ (κινούμαι προς τα εμπρός με εναλλάξ αναπηδήσεις στο κάθε πόδι)
- 02 παραλείπω (κάτι), προσπερνώ
- 03 αρχηγός (της ομάδας στο κέρλινγκ), καπετάνιος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- スキップする
- Παρόν (ευγενικό)
- スキップします
- Άρνηση (απλή)
- スキップしない
- Άρνηση (ευγενική)
- スキップしません
- Παρελθόν (απλό)
- スキップした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- スキップしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- スキップしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- スキップしませんでした
- Τε-μορφή
- スキップして
- Δυνητική
- スキップできる
- Προστακτική
- スキップしろ
- Βουλητική
- スキップしよう
- Υποθετική (ば)
- スキップすれば
- Υποθετική (たら)
- スキップしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- スキップしたい
- Απαγορευτική (~な)
- スキップするな
- Προστακτική (ευγενική)
- スキップしなさい
- Παθητική
- スキップされる
- Αιτιατική
- スキップさせる