スキルアップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβάθμιση δεξιοτήτων, βελτίωση των ικανοτήτων κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
スキルアップする
Παρόν (ευγενικό)
スキルアップします
Άρνηση (απλή)
スキルアップしない
Άρνηση (ευγενική)
スキルアップしません
Παρελθόν (απλό)
スキルアップした
Παρελθόν (ευγενικό)
スキルアップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スキルアップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スキルアップしませんでした
Τε-μορφή
スキルアップして
Δυνητική
スキルアップできる
Προστακτική
スキルアップしろ
Βουλητική
スキルアップしよう
Υποθετική (ば)
スキルアップすれば