スクラップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παλιοσίδερα, σκραπ
  2. 02 απόκομμα (από εφημερίδα, περιοδικό, κ.λπ.), αποκοπή
  3. 03 συντομογραφία άλμπουμ αποκομμάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
スクラップする
Παρόν (ευγενικό)
スクラップします
Άρνηση (απλή)
スクラップしない
Άρνηση (ευγενική)
スクラップしません
Παρελθόν (απλό)
スクラップした
Παρελθόν (ευγενικό)
スクラップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スクラップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スクラップしませんでした
Τε-μορφή
スクラップして
Δυνητική
スクラップできる
Προστακτική
スクラップしろ
Βουλητική
スクラップしよう
Υποθετική (ば)
スクラップすれば