Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
ストッカー
ストッカー
ス
ストッカー
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ράφι παρουσίασης τροφίμων (συχνά ψυχόμενο)
02
οικιακή μονάδα αποθήκευσης