ストック

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: ストック

  1. 01 απόθεμα, εμπόρευμα
  2. 02 εφοδιασμός, αποθεματοποίηση (π.χ. τροφίμων)
  3. 03 ζωμός
  4. 04 μετοχή
  5. 05 απόθεμα (οικονομικό μέγεθος σε μια δεδομένη χρονική στιγμή)
  6. 06 μαθιόλα (Matthiola incana), βιολέτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ストックする
Παρόν (ευγενικό)
ストックします
Άρνηση (απλή)
ストックしない
Άρνηση (ευγενική)
ストックしません
Παρελθόν (απλό)
ストックした
Παρελθόν (ευγενικό)
ストックしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ストックしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ストックしませんでした
Τε-μορφή
ストックして
Δυνητική
ストックできる
Προστακτική
ストックしろ
Βουλητική
ストックしよう
Υποθετική (ば)
ストックすれば