スパイ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάσκοπος, κατασκοπεία

Παραδείγματα

  • あのひとスパイです。

    Εκείνος είναι κατάσκοπος.

  • かれスパイ活動かつどうをしていました。

    Έκανε κατασκοπευτικές δραστηριότητες.

  • 政府せいふ外国がいこくスパイ国内こくない暗躍あんやくしているという情報じょうほうつかんでいます。

    Η κυβέρνηση έχει πληροφορίες ότι ξένοι κατάσκοποι δρουν κρυφά στη χώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
スパイする
Παρόν (ευγενικό)
スパイします
Άρνηση (απλή)
スパイしない
Άρνηση (ευγενική)
スパイしません
Παρελθόν (απλό)
スパイした
Παρελθόν (ευγενικό)
スパイしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スパイしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スパイしませんでした
Τε-μορφή
スパイして
Δυνητική
スパイできる
Προστακτική
スパイしろ
Βουλητική
スパイしよう
Υποθετική (ば)
スパイすれば