スポットが当あたる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος
  2. 02 ιδιωματισμός στρέφονται τα φώτα της δημοσιότητας πάνω μου, γίνομαι το κέντρο της προσοχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
スポットが当たる
Παρόν (ευγενικό)
スポットが当たります
Άρνηση (απλή)
スポットが当たらない
Άρνηση (ευγενική)
スポットが当たりません
Παρελθόν (απλό)
スポットが当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
スポットが当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スポットが当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スポットが当たりませんでした
Τε-μορφή
スポットが当たって
Δυνητική
スポットが当たれる
Προστακτική
スポットが当たれ
Βουλητική
スポットが当たろう
Υποθετική (ば)
スポットが当たれば