スポーン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπαραγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
スポーンする
Παρόν (ευγενικό)
スポーンします
Άρνηση (απλή)
スポーンしない
Άρνηση (ευγενική)
スポーンしません
Παρελθόν (απλό)
スポーンした
Παρελθόν (ευγενικό)
スポーンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スポーンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スポーンしませんでした
Τε-μορφή
スポーンして
Δυνητική
スポーンできる
Προστακτική
スポーンしろ
Βουλητική
スポーンしよう
Υποθετική (ば)
スポーンすれば