スモーク

ουσιαστικό, άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καπνός
  2. 02 καπνιστός (για σολομό, τυρί κ.ά.)
  3. 03 φιμέ (για γυαλί, μεμβράνη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
スモークする
Παρόν (ευγενικό)
スモークします
Άρνηση (απλή)
スモークしない
Άρνηση (ευγενική)
スモークしません
Παρελθόν (απλό)
スモークした
Παρελθόν (ευγενικό)
スモークしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スモークしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スモークしませんでした
Τε-μορφή
スモークして
Δυνητική
スモークできる
Προστακτική
スモークしろ
Βουλητική
スモークしよう
Υποθετική (ば)
スモークすれば