スラム化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποβάθμιση σε παραγκούπολη, μετατροπή σε υποβαθμισμένη περιοχή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- スラム化する
- Παρόν (ευγενικό)
- スラム化します
- Άρνηση (απλή)
- スラム化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- スラム化しません
- Παρελθόν (απλό)
- スラム化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- スラム化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- スラム化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- スラム化しませんでした
- Τε-μορφή
- スラム化して
- Δυνητική
- スラム化できる
- Προστακτική
- スラム化しろ
- Βουλητική
- スラム化しよう
- Υποθετική (ば)
- スラム化すれば
- Υποθετική (たら)
- スラム化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- スラム化したい
- Απαγορευτική (~な)
- スラム化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- スラム化しなさい
- Παθητική
- スラム化される
- Αιτιατική
- スラム化させる