スースー

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία δροσιστική αίσθηση από ρεύμα αέρα, δροσερή και αναζωογονητική (επίγευση)
  2. 02 ήχος διαρροής αέρα, ήχος της αναπνοής κάποιου που κοιμάται

Κλίση

Παρόν (απλό)
スースーする
Παρόν (ευγενικό)
スースーします
Άρνηση (απλή)
スースーしない
Άρνηση (ευγενική)
スースーしません
Παρελθόν (απλό)
スースーした
Παρελθόν (ευγενικό)
スースーしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
スースーしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
スースーしませんでした
Τε-μορφή
スースーして
Δυνητική
スースーできる
Προστακτική
スースーしろ
Βουλητική
スースーしよう
Υποθετική (ば)
スースーすれば