セッティング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοποθέτηση, εγκατάσταση, στερέωση, διαρρύθμιση
  2. 02 οργάνωση (συνάντησης, συνεδρίου κ.λπ.)
  3. 03 σκηνικό
  4. 04 πλαίσιο (μυθιστορήματος, ταινίας, θεατρικού έργου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
セッティングする
Παρόν (ευγενικό)
セッティングします
Άρνηση (απλή)
セッティングしない
Άρνηση (ευγενική)
セッティングしません
Παρελθόν (απλό)
セッティングした
Παρελθόν (ευγενικό)
セッティングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
セッティングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
セッティングしませんでした
Τε-μορφή
セッティングして
Δυνητική
セッティングできる
Προστακτική
セッティングしろ
Βουλητική
セッティングしよう
Υποθετική (ば)
セッティングすれば